Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαλβολίνη οι βαλβολίνες
      γενική της βαλβολίνης των βαλβολινών
    αιτιατική τη βαλβολίνη τις βαλβολίνες
     κλητική βαλβολίνη βαλβολίνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαλβολίνη < αγγλική Valvoline[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαλβολίνη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. ονομασία και σήμα κατατεθέν αμερικανικής εταιρείας επεξεργασίας και διάθεσης λιπαντικών - ορυκτελαίων που ιδρύθηκε το 1866 από τον John Ellis και σήμερα με την επωνυμία Ashland Consumer Markets (Valvoline), αποτελεί επιμέρους ένα εμπορικό τμήμα της ευρύτερης εταιρείας Ashland Inc που δεσπόζει στον εμπορικό χώρο των ορυκτελαίων παγκοσμίως.