Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορυκτέλαιο ορυκτέλαια
γενική ορυκτελαίου ορυκτελαίων
αιτιατική ορυκτέλαιο ορυκτέλαια
κλητική ορυκτέλαιο ορυκτέλαια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορυκτέλαιο < ορυκτό + έλαιο (= λάδι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορυκτέλαιο ουδέτερο

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία