Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βαθυσκαφής βαθυσκαφής βαθυσκαφές
γενική βαθυσκαφούς βαθυσκαφούς βαθυσκαφούς
αιτιατική βαθυσκαφή βαθυσκαφή βαθυσκαφές
κλητική βαθυσκαφή(ής) βαθυσκαφής βαθυσκαφές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαθυσκαφείς βαθυσκαφείς βαθυσκαφή
γενική βαθυσκαφών βαθυσκαφών βαθυσκαφών
αιτιατική βαθυσκαφείς βαθυσκαφείς βαθυσκαφή
κλητική βαθυσκαφείς βαθυσκαφείς βαθυσκαφή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθυσκαφής < αρχαία ελληνική βαθυσκαφής < βαθυ- + σκάπτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθυσκαφής, -ής, -ές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ βαθυσκαφής τὸ βαθυσκαφές οἱ, αἱ βαθυσκαφεῖς τὰ βαθυσκαφ
Γενική τοῦ, τῆς βαθυσκαφοῦς τοῦ βαθυσκαφοῦς τῶν βαθυσκαφῶν τῶν βαθυσκαφῶν
Δοτική τῷ, τῇ βαθυσκαφεῖ τῷ βαθυσκαφεῖ τοῖς, ταῖς βαθυσκαφέσι(ν) τοῖς βαθυσκαφέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν βαθυσκαφ τὸ βαθυσκαφές τοὺς, τὰς βαθυσκαφεῖς τὰ βαθυσκαφ
Κλητική βαθυσκαφές βαθυσκαφές βαθυσκαφεῖς βαθυσκαφ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βαθυσκαφεῖ
Γενική-Δοτική βαθυσκαφοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθυσκαφής < βαθύς + σκάπτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθυσκαφής, -ής, -ές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία