Δείτε επίσης: αιμωδία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἱμωδία αἱμωδία αἱμωδίαι
Γενική αἱμωδίας αἱμωδίαιν αἱμωδιῶν
Δοτική αἱμωδί αἱμωδίαιν αἱμωδίαις
Αιτιατική αἱμωδίαν αἱμωδία αἱμωδίας
Κλητική αἱμωδία αἱμωδία αἱμωδίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἱμωδία < αἱμωδέω/αἱμωδῶ < αἷμα[1] + ὀδούς/ὀδών

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἱμωδία θηλυκό

  1. (ιατρική) νόσος των ούλα
     συνώνυμα: στομακάκη
  2. (ιατρική) ουλίτιδα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Ο Μπαμπινιώτης υποθέτει από αμάρτυρο τύπο *αἱμός=πόνος