Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αφομοιωτικός αφομοιωτική αφομοιωτικό
γενική αφομοιωτικού αφομοιωτικής αφομοιωτικού
αιτιατική αφομοιωτικό αφομοιωτική αφομοιωτικό
κλητική αφομοιωτικέ αφομοιωτική αφομοιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφομοιωτικοί αφομοιωτικές αφομοιωτικά
γενική αφομοιωτικών αφομοιωτικών αφομοιωτικών
αιτιατική αφομοιωτικούς αφομοιωτικές αφομοιωτικά
κλητική αφομοιωτικοί αφομοιωτικές αφομοιωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφομοιωτικός < ελληνιστική κοινή ἀφομοιωτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αφομοιωτικός, -ή, -ό

  1. που αφομοιώνει, δηλαδή απορροφά και ενσωματώνει μέσα του κάτι άλλο, το καθιστά όμοιό του ενώ πριν αυτό δεν ήταν, που έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα να ενσωματώνει
    το ελληνικό αλφάβητο προέκυψε κατά τρόπο αφομοιωτικό από το φοινικικό
  2. που αντικείμενό του, βασική λειτουργία του είναι η αφομοίωση
    οι αφομοιωτικές λειτουργίες του γαστρεντερικού συστήματος
  3. (γλωσσολογία) που σχετίζεται με το φαινόμενο της αφομοίωσης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία