Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αφανισμένος η αφανισμένη το αφανισμένο
      γενική του αφανισμένου της αφανισμένης του αφανισμένου
    αιτιατική τον αφανισμένο την αφανισμένη το αφανισμένο
     κλητική αφανισμένε αφανισμένη αφανισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αφανισμένοι οι αφανισμένες τα αφανισμένα
      γενική των αφανισμένων των αφανισμένων των αφανισμένων
    αιτιατική τους αφανισμένους τις αφανισμένες τα αφανισμένα
     κλητική αφανισμένοι αφανισμένες αφανισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αφανισμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφανίζω

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • για είδη λέμε και ο εκλιπών, η εκλιπούσα, το εκλιπόν




  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία