Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατροφοδότητος η ατροφοδότητη το ατροφοδότητο
      γενική του ατροφοδότητου της ατροφοδότητης του ατροφοδότητου
    αιτιατική τον ατροφοδότητο την ατροφοδότητη το ατροφοδότητο
     κλητική ατροφοδότητε ατροφοδότητη ατροφοδότητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατροφοδότητοι οι ατροφοδότητες τα ατροφοδότητα
      γενική των ατροφοδότητων των ατροφοδότητων των ατροφοδότητων
    αιτιατική τους ατροφοδότητους τις ατροφοδότητες τα ατροφοδότητα
     κλητική ατροφοδότητοι ατροφοδότητες ατροφοδότητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατροφοδότητος < α- + τροφοδοτώ + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατροφοδότητος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία