Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασύμπτωτος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασύμπτωτος, -η, -ο

  1. που δεν συμπίπτει με κάποιο ομοειδές αντικείμενο
    ασύμπτωτες ευθείες, γνώμες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία