Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστιγμάτιστος < α- στερητ. + στιγματίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αστιγμάτιστος

  1. ο χωρίς στίγματα, άστικτος
  2. (μτφ.) ο χωρίς ηθικά στίγματα, ακηλίδωτος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία