Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ασιανολόγος οι ασιανολόγοι
      γενική του/της ασιανολόγου των ασιανολόγων
    αιτιατική τον/την ασιανολόγο τους/τις ασιανολόγους
     κλητική ασιανολόγε ασιανολόγοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασιανολόγος < ασιανός + -λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασιανολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία