Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασιανολόγος ασιανολόγοι
γενική ασιανολόγου ασιανολόγων
αιτιατική ασιανολόγο ασιανολόγους
κλητική ασιανολόγε ασιανολόγοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασιανολόγος < ασιανός+λέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασιανολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ασχολούμενος με την ασιανολογία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία