Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασιανολογία ασιανολογίες
γενική ασιανολογίας ασιανολογιών
αιτιατική ασιανολογία ασιανολογίες
κλητική ασιανολογία ασιανολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασιανολογία < ασιανολόγος< ασιανός+λέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασιανολογία θηλυκό

  1. επιστήμη που ερευνά τον πολιτισμό, την ιστορία και τη γλώσσα των λαών τής Ασίας

ασχολείται με την ασιανολογία και τώρα βρίσκεται σε ένα ταξίδι στο Θιβέτ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία