Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ασιανολογία οι ασιανολογίες
      γενική της ασιανολογίας των ασιανολογιών
    αιτιατική την ασιανολογία τις ασιανολογίες
     κλητική ασιανολογία ασιανολογίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασιανολογία < ασιανολόγος < ασιανός + λέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασιανολογία θηλυκό

  • επιστήμη που ερευνά τον πολιτισμό, την ιστορία και τη γλώσσα των λαών τής Ασίας
    ασχολείται με την ασιανολογία και τώρα βρίσκεται σε ένα ταξίδι στο Θιβέτ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία