Δείτε επίσης: ἀπόχυμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόχυμα < ελληνιστική κοινή ἀπόχυμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόχυμα ουδέτερο

  1. νερό στο οποίο έχουμε βράσει όσπρια και το οποίο πετάμε
  2. (κακόσημο) (ανθρώπινο) σπέρμα
  3. (ιδιωματικό) εκσπερμάτιση
  4. (ιχθυολογία) η ωοτοκία (των ψαριών)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία