Δείτε επίσης: ἀπησχολημένος

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απησχολημένος η απησχολημένη το απησχολημένο
      γενική του απησχολημένου της απησχολημένης του απησχολημένου
    αιτιατική τον απησχολημένο την απησχολημένη το απησχολημένο
     κλητική απησχολημένε απησχολημένη απησχολημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απησχολημένοι οι απησχολημένες τα απησχολημένα
      γενική των απησχολημένων των απησχολημένων των απησχολημένων
    αιτιατική τους απησχολημένους τις απησχολημένες τα απησχολημένα
     κλητική απησχολημένοι απησχολημένες απησχολημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Μετοχή επεξεργασία

απησχολημένος -η -ο