Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανυψωτικός η ανυψωτική το ανυψωτικό
      γενική του ανυψωτικού της ανυψωτικής του ανυψωτικού
    αιτιατική τον ανυψωτικό την ανυψωτική το ανυψωτικό
     κλητική ανυψωτικέ ανυψωτική ανυψωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανυψωτικοί οι ανυψωτικές τα ανυψωτικά
      γενική των ανυψωτικών των ανυψωτικών των ανυψωτικών
    αιτιατική τους ανυψωτικούς τις ανυψωτικές τα ανυψωτικά
     κλητική ανυψωτικοί ανυψωτικές ανυψωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανυψωτικός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανυψωτικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία