ενικός         πληθυντικός  
elevator elevators

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈɛl.ə.veɪ.tə(ɹ)/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

elevator (en)



  Επίθετο

επεξεργασία

elevator (ro)

  1. ανυψωτικός

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

elevator (ro) αρσενικό

  1. ο ανελκυστήρας, το ασανσέρ