Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αντιφεμινισμός οι αντιφεμινισμοί
      γενική του αντιφεμινισμού των αντιφεμινισμών
    αιτιατική τον αντιφεμινισμό τους αντιφεμινισμούς
     κλητική αντιφεμινισμέ αντιφεμινισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιφεμινισμός < αγγλική antifeminism < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική féminisme < λατινική femininus < femina < πρωτοϊταλικά *fēmanā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeh₁-m̥h₁n-éh₂ < *dʰeh₁(y)- (γαλουχώ, θηλάζω, βυζαίνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.di.fɛ.mi.niz.ˈmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιφεμινισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία