Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιμονιούχος η αντιμονιούχα το αντιμονιούχο
      γενική του αντιμονιούχου της αντιμονιούχας του αντιμονιούχου
    αιτιατική τον αντιμονιούχο την αντιμονιούχα το αντιμονιούχο
     κλητική αντιμονιούχε αντιμονιούχα αντιμονιούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιμονιούχοι οι αντιμονιούχες τα αντιμονιούχα
      γενική των αντιμονιούχων των αντιμονιούχων των αντιμονιούχων
    αιτιατική τους αντιμονιούχους τις αντιμονιούχες τα αντιμονιούχα
     κλητική αντιμονιούχοι αντιμονιούχες αντιμονιούχα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιμονιούχος < αντιμόνιο + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντιμονιούχος, -α, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία