Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντικατοπτρίζω < αντι- + κατοπτρίζω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική refléter)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.nti.ka.tɔ.ˈptri.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντικατοπτρίζω (παθητική φωνή: αντικατοπτρίζομαι)

  1. καθρεφτίζω
  2. δείχνω κάτι που δεν είναι φανερό εκ πρώτης όψεως

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία