Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανιμιστικός ανιμιστική ανιμιστικό
γενική ανιμιστικού ανιμιστικής ανιμιστικού
αιτιατική ανιμιστικό ανιμιστική ανιμιστικό
κλητική ανιμιστικέ ανιμιστική ανιμιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανιμιστικοί ανιμιστικές ανιμιστικά
γενική ανιμιστικών ανιμιστικών ανιμιστικών
αιτιατική ανιμιστικούς ανιμιστικές ανιμιστικά
κλητική ανιμιστικοί ανιμιστικές ανιμιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανιμιστικός < ανιμιστής + -ικός < γαλλική animiste < λατινική anima < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂enh₁- (αναπνοή)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανιμιστικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία