Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανθεκτικότητα οι ανθεκτικότητες
      γενική της ανθεκτικότητας των ανθεκτικοτήτων
    αιτιατική την ανθεκτικότητα τις ανθεκτικότητες
     κλητική ανθεκτικότητα ανθεκτικότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανθεκτικότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανθεκτικότητα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία