Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανήλιαγος η ανήλιαγη το ανήλιαγο
      γενική του ανήλιαγου της ανήλιαγης του ανήλιαγου
    αιτιατική τον ανήλιαγο την ανήλιαγη το ανήλιαγο
     κλητική ανήλιαγε ανήλιαγη ανήλιαγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανήλιαγοι οι ανήλιαγες τα ανήλιαγα
      γενική των ανήλιαγων των ανήλιαγων των ανήλιαγων
    αιτιατική τους ανήλιαγους τις ανήλιαγες τα ανήλιαγα
     κλητική ανήλιαγοι ανήλιαγες ανήλιαγα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανήλιαγος < αν- + ηλιάζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανήλιαγος, -η, -ο

  • που είναι χωρίς το φως του ηλίου, που δεν φωτίζεται από αυτόν
    ανήλιαγα νερά, ανήλιαγο υπόγειο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία