Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάβαθος < α στερητ. + βάθος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανάβαθος

  1. ο χωρίς βάθος
    ανάβαθο το ποταμάκι
  2. ρηχός
  3. επιπόλαιος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία