Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλλοεθνής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλλοεθνής, -ής, -ές

  1. που ανήκει σε άλλο, διαφορετικό έθνος


ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία