Δείτε επίσης: ἀλκή, άλκη, ἄλκη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλκή < αρχαία ελληνική ἀλκή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλκή θηλυκό

  1. ευρωστία, δύναμη, ρώμη
  2. ανδρεία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία