Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ακαλίγωτος ακαλίγωτη ακαλίγωτο
γενική ακαλίγωτου ακαλίγωτης ακαλίγωτου
αιτιατική ακαλίγωτο ακαλίγωτη ακαλίγωτο
κλητική ακαλίγωτε ακαλίγωτη ακαλίγωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαλίγωτοι ακαλίγωτες ακαλίγωτα
γενική ακαλίγωτων ακαλίγωτων ακαλίγωτων
αιτιατική ακαλίγωτους ακαλίγωτες ακαλίγωτα
κλητική ακαλίγωτοι ακαλίγωτες ακαλίγωτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακαλίγωτος < α- στερητικό + καλιγώνω + -τος < μεσαιωνική ελληνική καλιγώνω / καλλιγώνω < καλίγα / καλλίγα < λατινική caliga < calceus < calx < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) (s)kel- (στρογγυλός, καμπυλωτός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακαλίγωτος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία