Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμοπετάλιο αιμοπετάλια
γενική αιμοπεταλίου αιμοπεταλίων
αιτιατική αιμοπετάλιο αιμοπετάλια
κλητική αιμοπετάλιο αιμοπετάλια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμοπετάλιο < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιμοπετάλιο ουδέτερο

  1. κύτταρο του αίματος που συντελεί στη λειτουργία της πήξης όταν προκληθεί αιμορραγία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία