Χρειάζεται παραπομπή σε λεξικό, εγχειρίδιο ή κείμενο.


Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγλάκι τα αγλάκια
      γενική
    αιτιατική το αγλάκι τα αγλάκια
     κλητική αγλάκι αγλάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγλάκι < α- προτακτικό + (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλάκι(ν) < γλακῶ → δείτε τη λέξη αγκλακώ (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈɣla.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐γλά‐κι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγλάκι ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία