Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Ζητάμε έλεγχο και από άλλους συντάκτες πιθανόν με περισσότερες πηγές, ιδίως για τη σημασία «συναρμόζω». Ευχαριστώ ‑‑Sarri.greek  | 22:33, 23 Νοεμβρίου 2021 (UTC).


Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβδελλιάζω < α- προτακτικό + βδελλιάζω < βδέλλα [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.vðeˈʎa.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐βδελ‐λιά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αβδελλιάζω, αόρ.: αβδέλλιασα, παθ.φωνή: αβδελλιάζομαι, π.αόρ.: αβδελλιάστηκα

  1. άλλη μορφή του βδελλιάζω
    1. (αμετάβατο) αποκτώ βδέλλες
      το νερό αβδέλλιασε (έχει βδέλλες)
    2. κτηνιατρική, αμετάβατο) νοσώ από διστομίαση (κλαπάτσα), κυρίως για χορτοφάγα ζώα, πρόβατα, βόδια, που μπορούν να πιουν νερό γεμάτο με (α)βδέλλες
       συνώνυμα: κλαπατσιάζω
    3. (μεταβατικό) τοποθετώ βδέλλες για αφαίμαξη
      → δείτε το ελληνιστικό βδελλίζω
  2. (σπάνιο, μεταβατικό συγκολλώ δύο ξύλα (συνήθως σανίδες) ή μέταλλα[2] χρησιμοποιώντας μικρά σιδερένια στοιχεία (ελάσματα) που έχουν το σχήμα βδέλλας
    αβδέλλιασα τις σανίδες, τις έβαλα αβδελλιαστά
    άλλες μορφές: αβδελλώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

στη σημασία «νοσώ» ή «έχω βδέλλες»

στη σημασία «ενώνω δύο ξύλα ή μέταλλα»

→ και δείτε τις λέξεις βδελλιάζω και βδέλλα

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «αβδελλιάζω» -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. «ἀβδελλιάζω» - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. Α΄ έκδοση: 1930-1950.