Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβδελλιάζω < ἀβδελλιάζω < ἀβδέλλα

  ΡήμαΕπεξεργασία

αβδελλιάζω

  1. νοσώ από διστομίαση (κλαπάτσα), κυρίως για χορτοφάγα ζώα, πρόβατα, βόδια, που μπορούν να πιουν νερό γεμάτο με (α)βδέλλες
  2. αποκτώ βδέλλες «το νερό αβδέλλιασε»(έχει βδέλλες)
  3. τοποθετώ βδέλλες για αφαίμαξη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία