Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβδελλώνω < ἀβδελλώνω < ἀβδέλλα + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αβδελλώνω

  1. ρήμα που σπάνια χρησιμοποιείται πια και σήμαινε συγκολλώ κάτι, (συνήθως ξύλινο), χρησιμοποιώντας μικρά σιδερένια στοιχεία (ελάσματα) που έχουν το σχήμα βδέλλας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία