Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαρεσιά < αβάρετος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβαρεσιά θηλυκό

  • προθυμία για εργασία, «αβαρεσιά που την έχεις να τρέχεις για τις δουλειές του!»

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία