Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έμμηνος < αρχαία ελληνική ἔμμηνος< ἐν + μήν

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έμμηνος, -ος, -ον

  • αυτός που συμβαίνει κάθε μήνα, που επαναλαμβάνεται σε 30 ημέρες, αναφέρεται περισσότερο στην εμμηνόρροια.
έμμηνος ρύση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία