Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έγκριτος < αρχαία ελληνική ἔγκριτος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛŋ.gɾi.tɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έγκριτος, -η, -ο

  1. που έχει κερδίσει την αποδοχή και την αναγνώριση όλων για την αξία του σε έναν τομέα
    ο κ. Τάδε είναι ένας έγκριτος επιστήμονας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία