Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παριζιάνος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Παριζιάνος αρσενικό, Παριζιάνα θηλυκό

  • Κάτοικος του Παρισιού.
  • (Εκτενέστερα) Κάτοικος του λεκανοπεδίου του Παρισιού.
  • αυτός που κατάγεται από το Παρίσι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία