Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Καματερό τα Καματερά
      γενική του Καματερού των Καματερών
    αιτιατική το Καματερό τα Καματερά
     κλητική Καματερό Καματερά
Συνήθως στον ενικό.
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Καματερό < πιθανολογείται το επώνυμο Καματηρός[1] (→ δείτε και το σύγχρονο επώνυμο: Καματερός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ma.teˈɾo/
συλλαβισμός: Κα‐μα‐τε‐ρό

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καματερό ουδέτερο (καθαρεύουσα) Καματερόν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Κώστας Η. Μπίρης, Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών (Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού-Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, 32006, ISBN 960-214445-9), σ.46· ο Καματηρός αναφέρεται από τον συγγραφέα ως Βυζαντινός τιμαριούχος και φοροεισπράκτορας του 12ου αι. (πρβ. στο ίδιο, σ. 68).