Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός
ονομαστική Εύβοια
γενική Εύβοιας
αιτιατική Εύβοια
κλητική Εύβοια

  Ετυμολογία Edit

Εύβοια < αρχαία ελληνική Εὔβοια < εὖ + βοῦς (η χώρα με τα καλοθρεμμένα βόδια)

  Κύριο όνομαEdit

Εύβοια θηλυκό

  • νησί της Ελλάδας που εκτείνεται κατά μήκος της βορειοανατολικής ηπειρωτικής Στερεάς Ελλάδας

Συγγενικές λέξειςEdit

Δείτε επίσηςEdit

  ΜεταφράσειςEdit