Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γενέθλιο < ουδ. του γενέθλιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Γενέθλιο ουδέτερο

  1. (θρησκεία) χριστιανική εορτή που τιμά τη γέννηση ιερού προσώπου
    το Γενέθλιο της Θεοτόκου, το Γενέθλιο του Προδρόμου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία