Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Άνω Λιόσια
      γενική των Άνω Λιοσίων
    αιτιατική τα Άνω Λιόσια
     κλητική Άνω Λιόσια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Άνω Λιόσια < → δείτε τις λέξεις άνω και Λιόσια

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.no ˈʎo.sça/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Άνω Λιόσια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • προάστιο της Αθήνας
    ※ Η μανιώδης αναζήτηση της αγαπημένης του έχει σαν αποτέλεσμα να ανακαλύψει ότι η Συλβάνα έχει ανέβει επίπεδο και διευθύνει έναν οίκο ανοχής στα Άνω Λιόσια. (Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2020), σελ. 317)
    ※ Τα δρομολόγια στο τμήμα μεταξύ Κορωπίου-Άνω Λιοσίων αναστέλλει από αύριο, Παρασκευή, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, αντί της Δευτέρας 5 Αυγούστου, που αρχικά είχε ανακοινώσει, λόγω αναμενόμενης χαμηλής επιβατικής κίνησης. (ΤΡΑΙΝΟΣΕ: Σε «διακοπές» από αύριο τα δρομολόγια Κορωπί-Άνω Λιόσια, εφημερίδα Ναυτεμπορική, 1 Αυγούστου 2019)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία