Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

doctor (en)

  1. γιατρός

  ΡήμαΕπεξεργασία

doctor (en)

  1. πειράζω συνειδητά κάποια δεδομένα αλλοιώνοντάς τα
  2. θεραπεύω ή απλά είμαι ο γιατρός κάποιου

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

doctor (ro) αρσενικό

  1. ο γιατρός

ΚλίσηΕπεξεργασία