Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
bid bids

bid (en)

  1. προσφορά σε δημοπρασία
  2. ποντάρισμα
  3. υποβολή υποψηφιότητας για κάποια θέση ή τίτλο


ενεστώτας bid
γ΄ ενικό ενεστώτα bids
αόριστος bid, bade, bad
παθητική μετοχή bid, bidden
ενεργητική μετοχή bidding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Οι τύποι bade, bad και bidden είναι παρωχημένοι.

  ΡήμαΕπεξεργασία

bid (en)

  1. δίδω εντολή, απαιτώ
  2. δίδω χαιρετισμό
    I bid you farewell - σε αποχαιρετώ


  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας bid
γ΄ ενικό ενεστώτα bids
αόριστος bid
παθητική μετοχή bid
ενεργητική μετοχή bidding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

bid (en)


  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

bid (en)

  • αόριστος του ρήματος bid

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

παρωχημένες, για σημασία: δίδω εντολή: