Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈbɪdɪŋ/
παρώνυμο: biding

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
bidding biddings

bidding (en)

  1. προσφορά σε δημοπρασία, πλειοδοσία, ποντάρισμα
  2. (μεταφορικά) σκοπός
  3. (μεταφορικά) επιθυμία
  4. (μεταφορικά) προσταγή, πρόσταγμα
    έκφραση: at one's bidding

  Ρηματικός τύπος

επεξεργασία

bidding (en)