Δείτε επίσης: hase

Γερμανικά (de)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Hase die Hasen
γενική des Hasen der Hasen
δοτική dem Hasen den Hasen
αιτιατική den Hasen die Hasen

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Hase < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική hase < παλαιά άνω γερμανική haso

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈhaːzə/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Hase (de) αρσενικό (θηλυκό : Häsin)

  1. (ζωολογία) ο λαγός
    Manche Hasen können höher als einen Meter springen.
    Κάποιοι λαγοί μπορούν να πηδήξουν πάνω από ένα μέτρο.
  2. το κουνέλι
     συνώνυμα: Kaninchen
  3. (προσφώνηση) χαϊδευτική προσφώνηση που δείχνει τρυφερότητα
     συνώνυμα: Liebling, Schatz

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • alter Hase - παλιά καραβάνα, μάστορας (άνθρωπος με μεγάλη εμπειρία πάνω σε κάτι)
    Er ist ein alter Hase im Schwimmen. - Είναι παλιά καραβάνα στην κολύμβηση.

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Hase (de)