Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καραβάνα οι καραβάνες
      γενική της καραβάνας των καραβανών
    αιτιατική την καραβάνα τις καραβάνες
     κλητική καραβάνα καραβάνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καραβάνα < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ɾaˈva.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐ρα‐βά‐να
τονικό παρώνυμο: καραβανά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καραβάνα θηλυκό

  • γενική ονομασία για κάθε μεταλλικό σκεύος που έχει λαβή και χρησιμοποιείται σε συσσίτια

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία