Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἰσκιερός ἰσκιερά ἰσκιερόν ἰσκιεροί ἰσκιεραί ἰσκιερά
Γενική ἰσκιεροῦ ἰσκιερᾶς ἰσκιεροῦ ἰσκιερῶν ἰσκιερῶν ἰσκιερῶν
Δοτική ἰσκιερῷ ἰσκιερᾷ ἰσκιερῷ ἰσκιεροῖς ἰσκιεραῖς ἰσκιεροῖς
Αιτιατική ἰσκιερόν ἰσκιεράν ἰσκιερόν ἰσκιερούς ἰσκιεράς ἰσκιερά
Κλητική ἰσκιερέ ἰσκιερά ἰσκιερόν ἰσκιεροί ἰσκιεραί ἰσκιερά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἰσκιερώ ἰσκιερά
Γενική-Δοτική ἰσκιεροῖν ἰσκιεραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἰσκιερός < σκιά

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἰσκιερός, -ά, -όν