Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἰάσμη ἰάσμα ἰάσμαι
Γενική ἰάσμης ἰάσμαιν ἰασμῶν
Δοτική ἰάσμ ἰάσμαιν ἰάσμαις
Αιτιατική ἰάσμην ἰάσμα ἰάσμας
Κλητική ἰάσμη ἰάσμα ἰάσμαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἰάσμη < ιρανική یاسمن (yâsaman)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἰάσμη θηλυκό (ᾰ)

  1. (βοτανική) γιασεμί
  2. ιασμέλαιο
     συνώνυμα: ἰασμέλαιον, ἰάσμινον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία