Δείτε επίσης: ἔρως

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἔρως < ομόρ. του ἔραμαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɾɔs/
 
Ο θεός Ἔρως σε αντίγραφο του Πραξιτέλη από το κολοσσιαίο Έρωτα των Θεσπιών. Μουσείο Νάπολης, Ρώμη

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἔρως

  1. θεότητα, γιος της Αφροδίτης
  2. γιος τους Χάους και της Γαίας Ησίοδος, Θεογονία
  3. γιος της Ίριδας και του Ζεφύρου κατά τον Αλκαίο
  4. Αθηναίος ανδριαντοποιός 1ος αι. π.Χ.
  • αστρ. αστεροειδής που ανακαλύφθηκε φωτογραφικά το 1898· διεθνώς γνωστός ως eros 433

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

«Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, Ἔρως, ὃς ἐν κτήνεσι πίπτεις,
ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις,
φοιτᾷς δ᾽ ὑπερπόντιος ἔν τ᾽ ἀγρονόμοις αὐλαῖς...»