Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἕτοιμος ἑτοίμη τὸ ἕτοιμον
      γενική τοῦ/τῆς ἑτοίμου τῆς ἑτοίμης τοῦ ἑτοίμου
      δοτική τῷ/τῇ ἑτοίμ τῇ ἑτοίμ τῷ ἑτοίμ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἕτοιμον τὴν ἑτοίμην τὸ ἕτοιμον
     κλητική ! ἕτοιμε ἑτοίμη ἕτοιμον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἕτοιμοι αἱ ἕτοιμαι τὰ ἕτοιμ
      γενική τῶν ἑτοίμων τῶν ἑτοίμων τῶν ἑτοίμων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἑτοίμοις ταῖς ἑτοίμαις τοῖς ἑτοίμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἑτοίμους τὰς ἑτοίμᾱς τὰ ἕτοιμ
     κλητική ! ἕτοιμοι ἕτοιμαι ἕτοιμ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἑτοίμω τὼ ἑτοίμ τὼ ἑτοίμω
      γεν-δοτ τοῖν ἑτοίμοιν τοῖν ἑτοίμαιν τοῖν ἑτοίμοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'φρόνιμος' όπως «φρόνιμος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἕτοιμος < άγνωστης ετυμολογίας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἕτοιμος, '-ος/-'η, '-ον

  ΠηγέςΕπεξεργασία