Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λυρικός λυρική λυρικό
γενική λυρικού λυρικής λυρικού
αιτιατική λυρικό λυρική λυρικό
κλητική λυρικέ λυρική λυρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λυρικοί λυρικές λυρικά
γενική λυρικών λυρικών λυρικών
αιτιατική λυρικούς λυρικές λυρικά
κλητική λυρικοί λυρικές λυρικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυρικός < αρχαία ελληνική λυρικός < λύρα + -ικός (3,4: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lyrique)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λυρικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη λύρα, ανήκει σ’ αυτή, αναφέρεται σ’ αυτή ή τραγουδιέται με συνοδεία λύρας
  2. που έχει σχέση με τη λυρική ποίηση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  3. που έχει ποιητικά στοιχεία
  4. που χρησιμοποιώντας ποιητικά ή άλλα κατάλληλα στοιχεία εκφράζει προσωπικά ή υποκειμενικά συναισθήματα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία