Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐχῖνος < [πιθ. ἔχις.]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐχῖνος ουδέτερο, ο αχινός, σκαντζόχοιρος.

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  1. αγγείο, δοχείο
  2. κόσμημα κιονοκράνου

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ἐχῖνος

  • «ἀλώπηξ οἴδε (γνωρίζει) πολλά, ἐχῖνος δέ ένα ἀλλά μέγα», Αρχίλοχος
  • «δεδιότες (φοβούμενοι) ὥσπερ τόν ἐχῖνον εις χεῖρας λαβεῖν», Λουκιανός «Δις κατηγορούμενος 34. 13»