Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἐρειψίτοιχος τὸ ἐρειψίτοιχον
      γενική τοῦ/τῆς ἐρειψιτοίχου τοῦ ἐρειψιτοίχου
      δοτική τῷ/τῇ ἐρειψιτοίχ τῷ ἐρειψιτοίχ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐρειψίτοιχον τὸ ἐρειψίτοιχον
     κλητική ! ἐρειψίτοιχε ἐρειψίτοιχον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐρειψίτοιχοι τὰ ἐρειψίτοιχ
      γενική τῶν ἐρειψιτοίχων τῶν ἐρειψιτοίχων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐρειψιτοίχοις τοῖς ἐρειψιτοίχοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐρειψιτοίχους τὰ ἐρειψίτοιχ
     κλητική ! ἐρειψίτοιχοι ἐρειψίτοιχ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐρειψιτοίχω τὼ ἐρειψιτοίχω
      γεν-δοτ τοῖν ἐρειψιτοίχοιν τοῖν ἐρειψιτοίχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

ἐρειψίτοιχος < (ἐρείπω) ἔρειψι(ς) + τοῖχος

  Επίθετο επεξεργασία

ἐρειψίτοιχος, -ος, -ον

Συγγενικά επεξεργασία

  Πηγές επεξεργασία