Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐλαί αἱ ἐλαῖαι
      γενική τῆς ἐλαίᾱς τῶν ἐλαιῶν
      δοτική τῇ ἐλαί ταῖς ἐλαίαις
    αιτιατική τὴν ἐλαίᾱν τὰς ἐλαίᾱς
     κλητική ! ἐλαί ἐλαῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐλαί
γεν-δοτ τοῖν  ἐλαίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐλαία < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *elaíwā απ' όπου και η μυκηναϊκή 𐀁𐀨𐀷 (e-ra-wa). Μάλλον δάνειο μεσογειακής, προελληνικής πηγής το οποίο έδωσε και την παλαιά αρμενική եւղ (ewł)[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐλαίᾱ θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἐκτός τῶν ἐλαιῶν : εκτός τόπου και χρόνου, εκτός θέματος, υπερβολικά (επειδή εκεί που τελείωνε το αθηναϊκό στάδιο υπήρχε πυκνός ελαιώνας σαν όριο)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Robert Beekes - Etymological Dictionary of Greek (vols. 1 & 2)-Brill (2010), 400-401

  ΠηγέςΕπεξεργασία